«ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΒΑΙΜΑΡΗ: ΔΙΔΑΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ» (Μέρος Δ’)

Η τραγική κατάληξη της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» στην Γερμανία (1918 – 1933), ήταν, τελικώς, αντιστρόφως ανάλογη με το ελπιδοφόρο ξεκίνημά της. Από την επαναστατική έκρηξη και δυναμική του Γερμανικού προλεταριάτου τον Νοέμβριο του 1918, κατέληξε στην άνοδο και επικράτηση του ναζισμού, που «έσπειρε τον όλεθρο» στην Ευρώπη.

Έτσι, έχει μεγάλη σημασία για το παρόν, η σωστή αποτίμηση, η ιστορική αξιοποίηση αυτής της ξεχωριστής περιόδου και οι διδαχές, που προκύπτουν.

Πρώτη διδαχή, η άνοδος στην εξουσία του Χίτλερ και του ναζιστικού κόμματος στην Γερμανία το 1933, με νόμιμο τρόπο, αφού, με βάση το άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, ο, τότε, γηραιός αιρετός Πρόεδρος της Γερμανίας Χίντεμπουργκ, κάτω από τις ασφυκτικές πιέσεις των εκπροσώπων του Γερμανικού κεφαλαίου και με τη συναίνεση των αστικών κομμάτων της Γερμανίας, διόρισε ως Καγκελάριο τον Χίτλερ, ο οποίος ουδόλως έκρυβε τα ρατσιστικά, αντισημιτικά και βίαια κηρύγματά του, στην βάση της ιδεολογίας του «αρχέγονου μεγαλείου του Ράιχ» και της «Αρείας φυλής». Ήταν ο ίδιος ο Χίντεμπουργκ, που λίγους μήνες πριν, είχε αναφερθεί υποτιμητικά για τον Χίτλερ, όταν στο αίτημα του Καγκελαρίου Φον Πάπεν να τον διορίσει στην θέση του, του είχε απαντήσει, ότι: «αυτός ο λοχίας της Βοημίας το μέγιστο που αξίζει, είναι να διορισθεί ως Υπουργός των Ταχυδρομείων» !!!

Δεύτερη διδαχή, οι μεγάλες ευθύνες του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και του Κομμουνιστικού κόμματος της Γερμανίας, που, ενώ ήταν εντελώς διαφορετικές και αντιθετικές, εν σχέσει με την ήττα της επανάστασης, συνέκλιναν, ως προς την πολιτική τους στάση, ενόψει της, τότε, ανόδου του ναζισμού. Το, μεν, Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αφού έπαιξε τραγικό έως «προδοτικό» ρόλο στην περίοδο 1918 – 1923, απέναντι στις επαναστατημένες μάζες, προβάλλοντας ως κεντρικό σημείο της πολιτικής του δράσης την υπεράσπιση του αστικού Συντάγματος της Βαϊμάρης, στην συνέχεια διέπραξε σοβαρά πολιτικά σφάλματα υπέρ των φιλελεύθερων και δεξιών κομμάτων της Γερμανίας, που παρέδωσαν την εξουσία στον Χίτλερ. Το, δε, Κομμουνιστικό κόμμα, από την άλλη πλευρά, αφού απώλεσε την μεγάλη ευκαιρία στην περίοδο 1918 – 1923, να αποτελέσει το καθοδηγητικό όργανό των επαναστατημένων μαζών για την εγκαθίδρυση της επανάστασης, στην συνέχεια, μετά την άνοδο και κυριαρχία του Στάλιν στην Ρωσία από το 1924 έως το 1933, συνέβαλε, με την φρασεολογία της Τρίτης Διεθνούς του τύπου «Σοσιαλφασίστες», στην απάλυνση του απεχθούς προσώπου του ναζισμού σε μεγάλα τμήματα του απογοητευμένου Γερμανικού προλεταριάτου και στην τελική εξαπάτησή τους.

Τρίτη διδαχή αποτελεί το γεγονός, ότι η άνοδος του φασισμού οφείλεται κυρίως στις συνθήκες οικονομικής κρίσης, που οδηγούν βίαια μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στην οικονομική εξαθλίωση. Συνεπώς, η αντιμετώπιση αυτού δεν μπορεί να γίνει μόνο με την επίκληση συνθημάτων περί «Δημοκρατίας» και «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αλλά μόνο με ουσιαστική παρέμβαση και εξάλειψη των κοινωνικών αιτίων, που αποτελούν το «λίπασμα» στα φασιστικά φαινόμενα. Γιατί, όταν, λόγω σοβαρών κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων, οδηγούνται μαζικά τα μεσαία και τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα σε βίαιη «προλεταριοποίηση», όπου, μάλιστα, λόγω αυτών των συνθηκών, κυριαρχεί το λούμπεν στοιχείο, τότε, οι «δράκοι» της ναζιστικής και φασιστικής «καρικατούρας», λαμβάνουν πιο προσηνή και οικεία «προσωπεία». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα της μνημονιακής κρίσης, όπου εμφανίζεται σημαντική επιρροή της «Χρυσής Αυγής» σε διάφορα κοινωνικά στρώματα, και ιδιαίτερα στην «κυμαινόμενη μάζα», που έδιδε τις μεγάλες αυτοδυναμίες εναλλάξ στα κόμματα του δικομματισμού στην περίοδο της Μεταπολίτευσης.

Advertisements

«ΧΑΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΒΑΙΜΑΡΗ: ΔΙΔΑΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ» (Μέρος Γ’)

Στο σύντομο χρονικό διάστημα της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» (1918 – 1933) συντελέστηκε, αντικειμενικά, μία τρομακτική συμπίεση του ιστορικού χρόνου, αφού στα λίγα αυτά χρόνια δοκιμάστηκαν και κρίθηκαν ιδεολογίες, καθώς και οι στρατηγικές και τακτικές της επανάστασης και της αντεπανάστασης. Νικητής ανεδείχθη ο καπιταλισμός και η αστική τάξη μέσω της συμπόρευσης της τελευταίας με τον Χίτλερ και το ναζιστικό κίνημα, που αποτέλεσε την έκφρασή της και, παράλληλα, το «σωσίβιο» στον ασθενή καπιταλισμό μετά το Κραχ του 1929, μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε εθνικό – κρατικό επίπεδο, που επέβαλε ο ναζισμός.

Πρωτίστως, μετρήθηκε και κρίθηκε οριστικά ιστορικά ελλιπής η Σοσιαλδημοκρατία, αφού, στην περίπτωση της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, το, τότε, SPD, αποτελούσε ιδεολογικά και πολιτικά ένα προωθημένο «επαναστατικό» κόμμα, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του. Όταν, όμως, το «τρένο της Ιστορίας», που έφερε η επαναστατική ορμή και δύναμη το 1918, έφτασε στο σταθμό, η ηγεσία αυτού του κόμματος, αντί να καθοδηγήσει τις μάζες, που είχαν επαναστατήσει και τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών, που είχαν καταλάβει την εξουσία αυθόρμητα σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας, όχι μόνο δεν «ανέβηκε στο τρένο» και απώλεσε δια παντός αυτή τη μεγάλη ιστορική ευκαιρία ,αλλά, στη συνέχεια, αποτέλεσε και το «μαξιλάρι» επανόρθωσης και ανάκτησης των πρωτοβουλιών από την αστική Γερμανική τάξη και τους μεγάλους γαιοκτήμονες, που λίγα χρόνια μετά και κατ’ εφαρμογή των άρθρων του Συντάγματος της Βαϊμάρης, παρέδωσαν την εξουσία στον Χίτλερ και την Ευρώπη στον όλεθρο.

Ακολούθως, στην κρίσιμη αυτή ιστορική περίοδο δοκιμάστηκε σκληρά και το νεότευκτο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας, το οποίο στην κρίσιμη πενταετία (1918 – 1923), έχοντας ως ιδεολογικό υπόβαθρο την διδασκαλία του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν και της Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία, ήδη, τότε έκανε καλοπροαίρετη κριτική στις παρεκκλίσεις, που εμφανίζονταν στην Ρωσία εν σχέσει με την εξουσία και δημοκρατία των Σοβιέτ (Συμβούλια), θα μπορούσε, αν καθοδηγούσε αυτό επιτυχώς το επαναστατικό κύμα αυτής της περιόδου, να εγκαθιδρύονταν ο αυτοδιευθυνόμενος σοσιαλισμός σε μία ισχυρά βιομηχανική χώρα, όπου οι υλικές συνθήκες θα επέτρεπαν μία τέτοια προοπτική, που θα έδινε αναμφισβήτητα τεράστια ώθηση στην παγκόσμια επανάσταση και στην υπέρβαση του καπιταλισμού. Η ήττα, όμως, των επαναστατικών προοπτικών στη Γερμανία δεν αποτέλεσε οδυνηρό πλήγμα μόνο για το γερμανικό προλεταριάτο, αλλά και «θανάσιμη παγίδα» για την νεαρά, τότε, Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, που μετεξελίχθηκε από την εξουσία και τη δημοκρατία των Σοβιέτ, στον αυταρχικό σταλινικό κρατισμό, που μακροπρόθεσμα έβλαψε πολιτικά και ιδεολογικά την υπόθεση του σοσιαλιστικού οράματος. Μάλιστα, μετά το 1923, το Γερμανικό Κομμουνιστικό κόμμα μετατράπηκε σε «φερέφωνο» της Τρίτης Διεθνούς, που καθοδηγούνταν, πλέον, από την ηγετική ομάδα υπό τον Στάλιν και αποτέλεσε, κατά τη περίοδο αυτή μέχρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, έναν εκ των παραγόντων για την «εξαπάτηση» των προλεταριακών μαζών από τον ναζισμό, αφού, σύμφωνα με την επίσημη πολιτική και φρασεολογία αυτού και της Τρίτης Διεθνούς, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους εργαζομένους ήταν ο «σοσιαλφασισμός» του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και όχι ο επελαύνων ναζισμός !!!

Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τις τρομακτικές πολιτικές ευθύνες του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που αποτελούσε την κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην περίοδο της «Δημοκρατίας της ΒαΪμάρης», έδωσαν την δυνατότητα να υπάρξει η απόλυτη σύγχυση και θολούρα στο επαναστατημένο πριν πέντε χρόνια Γερμανικό προλεταριάτο και αντί, τελικά, της σοσιαλιστικής επανάστασης, να επικρατήσει πανηγυρικά ο ναζισμός.

Δοκιμάστηκε, τέλος, σε αυτή την περίοδο και η αστική τάξη και ο πολιτικός φιλελευθερισμός, που αυτή, μέχρι τότε, είχε αναδείξει κατά την πρώτη περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία εκχώρησε την εξουσία στον ναζισμό, συνταυτιζόμενη απόλυτα με αυτόν, στην βάση των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων της και της καταστροφικής επικοινωνιακής ναζιστικής προπαγάνδας, στην οποία συνυπήρχαν ο εθνικισμός, ο αντισημιτισμός, το περασμένο «μεγαλείο» του Γερμανικού Ράιχ και οι «τερατουργίες» και «καρικατούρες» σοσιαλιστικών «προγραμμάτων» και συνθημάτων υπέρ του Λαού !!!

ΧΑΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΒΑΙΜΑΡΗ: ΔΙΔΑΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ (Μέρος Β’)

Η δημοκρατία της Βαϊμάρης (1918 – 1933), που ονομάστηκε από τον Heinrich Winkler «Η ανάπηρη δημοκρατία», θεμελιώθηκε από το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD) και τις μετριοπαθείς φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της αστικής τάξης της Γερμανίας.

Η κύρια πολιτική δύναμη που ήταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα πριν την επαναστατική έκρηξη του 1918 στα ερείπια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχοντας συγκροτηθεί από δύο μεγάλα ρεύματα στις δεκαετίες του 1860 και του 1870, ένα ανοιχτά επαναστατικό ρεύμα που εμπνέονταν από τον Μάρξ και ένα ρεύμα, που επεδίωκε μεταρρυθμίσεις μέσω του συμβιβασμού με το Πρωσικό κράτος εμπνεόμενο από τον Λασάλ, διακήρυττε ότι είναι επαναστατικό κόμμα, όπως εγκρίθηκε το πρόγραμμα της Ερφούρτης το 1881. Η ιδεολογική όμως βάση του κόμματος, όπως είχε οριστεί αποότον Κάρλ Κάουτσκι, που ήταν ο θεωρητικός του, είχε ως δομική άποψη, ότι η επανάσταση ήταν, μεν, αναπόφευκτη, πλην όμως αυτή δεν θα έπρεπε να επισπευσθεί από το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Περαιτέρω, κατά την δράση του αυτό, έως το 1914, όντας ουσιαστικά σε καθεστώς ημιπαρανομίας στο Πρωσικό κράτος, δημιούργησε ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις, με βάση την νεαρά, τότε, εργατική τάξη της Γερμανίας και, παράλληλα, ένα μεγάλο κομματικό δίκτυο, κάτι, όμως, που είχε ως συνέπεια την δημιουργία ενός διαχειριστικού κομματικού μηχανισμού με ιδιαίτερα συμφέροντα αυτών των στελεχών, που ασχολούνταν με τα καθημερινά και μη επαναστατικά καθήκοντα (οικονομικά, τύπος κ.λπ.). Οι παραπάνω παράγοντες αποτέλεσαν τον κυρίαρχο λόγο, που στην επαναστατική έκρηξη των μαζών και του γερμανικού προλεταριάτου το 1918, το SPD αποτέλεσε τον βασικότερο παράγοντα της ήττας της σοσιαλιστικής Γερμανικής επανάστασης την κρίσιμη πενταετία 1918 – 1923, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την παλινόρθωση της αστικής τάξης και του καπιταλισμού με όχημα τον ναζισμό, που κατέλαβε την εξουσία το 1933, εκμεταλλευόμενος την σφοδρή καπιταλιστική οικονομική κρίση και τις δρακόντειες ρυθμίσεις των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σε βάρος της Γερμανίας .

Ανάμεσα στο 1918 και το 1923 η Γερμανική κοινωνία γέννησε εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες, που ποθούσαν την επαναστατική σοσιαλιστική αλλαγή. Η τραγωδία της Γερμανικής επανάστασης ήταν ότι δεν υπήρξε ένα ισχυρό και αποτελεσματικό καθοδηγητικό κέντρο για τον συντονισμό αυτής της αυθόρμητης επαναστατικής δράσης του γερμανικού προλεταριάτου (εργάτες, στρατιώτες, μικρομεσαίοι κ.λπ.). Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που στην αρχική φάση αυτής της επαναστατικής έκρηξης ταυτίζονταν με την σοσιαλιστική επανάσταση, με βάση τις, μέχρι τότε, επαναστατικές του διακηρύξεις, λόγω της συγκρότησης και της κυρίαρχης ιδεολογίας του, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, αποτέλεσε, τελικά, την μεγαλύτερη τροχοπέδη σε αυτήν και υπήρξε το ανάχωμα στην Γερμανική αστική τάξη και στο Γερμανικό κεφάλαιο, που με όχημα το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, κατάφερε να ανασυγκροτηθεί μετά τον σαρωτικό επαναστατικό άνεμο του 1918, όπου τα πάντα είχαν καταρρεύσει και τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών είχαν καταλάβει την εξουσία σε μεγάλα τμήματα της Γερμανίας.

Αλλά και το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (USP), το οποίο ιδρύθηκε το 1918 από τις αριστερές δυνάμεις του SPD, εν μέσω της επαναστατικής έκρηξης, ενώ διακήρυττε επαναστατικά, λόγω των προγενέστερων βιωμάτων λειτούργησε «με φόβο» και, εν τέλει, ρεφορμιστικά, παρά την μεγάλη ισχύ του στα εργατικά συνδικάτα και, έτσι, δεν μπόρεσε να παίξει αυτό τον ρόλο του συντονιστή της επανάστασης, γιατί η ηγεσία του δεν πίστευε, ουσιαστικά, ότι είχε φθάσει η ώρα για την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο και την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας στην Γερμανία.

Τέλος, το Κομμουνιστικό κόμμα της Γερμανίας (KPD), που ιδρύθηκε στην βάση της οργάνωσης Spartakus της Ρόζα Λούξενμπουργκ, λόγω του μικρού μεγέθους του στην πενταετία αυτή (1918 – 1923), αλλά και λαθών της ηγεσίας του, εξαιτίας και του γεγονότος ότι ιδρύθηκε, στην κυριολεξία, μέσα στο «καμίνι» της επαναστατικής έκρηξης, δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις εκείνων των δύσκολων καιρών για την Γερμανία και όλη την Ευρώπη.

Στην περίπτωση της επανάστασης της Γερμανίας, που κατέληξε σε οδυνηρή ήττα και στην άνοδο του ναζισμού και του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, κατ’ εφαρμογή, μάλιστα, του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμαρης !!!, έχει εφαρμογή η σύγκριση αυτής της ιστορικής περιόδου με το τρένο, που φθάνει στον σταθμό, πλην όμως δεν περιμένει τους επαναστάτες να επιβιβαστούν με την άνεσή τους. Έτσι, όσοι χάνουν την στάση, αναγκάζονται στην συνέχεια να υποφέρουν στην αιωνιότητα.

ΧΑΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΒΑΪΜΑΡΗ: ΔΙΔΑΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ (Μέρος Α’)

Όπως έγραψε ο σπουδαιότερος σύγχρονος Μαρξιστής , Chris Harman, στο βιβλίο του «Η χαμένη επανάσταση, Γερμανία 1918-1923», οι ηττημένες επαναστάσεις όσο σπουδαίες κι αν υπήρξαν περνούν στην λήθη της ιστορίας. Μια τέτοια επανάσταση ήταν αυτή που ξέσπασε στην Γερμανία τον Νοέμβριο του 1918, ένα περίπου χρόνο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στην Τσαρική Ρωσία προς τα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που είχε, ήδη, μετατρέψει την Ευρώπη σε ένα αιματηρό «σφαγείο».

Στα πέντε χρόνια που ακολούθησαν έως το 1923 στην Μητροπολιτική καπιταλιστική και ισχυρά βιομηχανοποιημένη, τότε, Γερμανία υπήρξε μία απίστευτη δυναμική και ορμητική επαναστατική κατάσταση από την εργατική τάξη, αλλά και την συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτών, με πρωτοπόρους τους απλούς ναύτες, που κατέλυσαν την αυτοκρατορία του Κάιζερ, επιβάλλοντας δημοκρατική ισοτιμία και πλήρη πολιτικά δικαιώματα, αλλά κυρίως μέσα από αυτοδιαχειριζόμενα εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια, αμφισβήτησαν τις καπιταλιστικές σχέσεις κοινωνικής ανισότητας και διεκδίκησαν την εγκαθίδρυση ενός αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλιστικού συστήματος. Είναι βέβαιον ότι, αν αυτό πετύχαινε, θα άλλαζε τον ρου της Ιστορίας, αφού πιθανότατα θα αποφεύγονταν ο καταστρεπτικός Β’ Παγκόσμιος πόλεμος και θα αμφισβητούνταν με καταλυτικό τρόπο ο καπιταλισμός, ως ισχύον παγκόσμιο σύστημα.

Η χαμένη αυτή μεγάλη επαναστατική ευκαιρία, που σημαδεύτηκε από την άγρια δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του αντιμιλιταριστή σοσιαλιστή Καρλ Λήμπκνεχτ, με τεράστιες ευθύνες από την πολιτική ηγεσία του τότε σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει τα παραστρατιωτικά αντιδραστικά στρατιωτικά τμήματα Frei Korps (είναι χαρακτηριστικό, ότι σε αυτά, και ειδικότερα σε μοναρχική μονάδα του ναυτικού εμφανίστηκε για πρώτη φορά το σήμα της ναζιστικής σβάστικας), αποτέλεσε, αντικειμενικά, την βάση δύο τεράστιας βαρύτητας ιστορικών στρεβλώσεων.

Πρώτον, την ανάδυση του ναζισμού του Χίτλερ, ως συνέπεια της «ανάπηρης» Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που συγκροτήθηκε από τον συμβιβασμό του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και της αστικής τάξης της Γερμανίας, σε συνδυασμό με τους δυσβάσταχτους όρους, που επιβλήθηκαν από τους νικητές του Α’ Παγκοσμίου πολέμου με την Συνθήκη των Βερσαλλιών και την σφοδρή οικονομική κρίση.

Και δεύτερον, την απομόνωση της νεαρής και ελπιδοφόρας Οκτωβριανής Ρωσικής Επανάστασης του 1917, αφού η αποτυχία αυτής έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην μετατροπή της, από καθεστώς αυτοδιαχειριζόμενων Σοβιέτ (εργατικά συμβούλια) στον μετέπειτα σταλινικό κρατισμό, που αποτέλεσε αρνητική εξέλιξη στο όραμα της εγκαθίδρυσης ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος.

Είναι βέβαιο, ότι η επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Γερμανία το 1918 θα σηματοδοτούσε ένα γιγαντιαίο πείραμα εφαρμογής του αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλισμού μέσα σε δημοκρατικά πλαίσια, συνδυάζοντας στην πράξη την Μαρξιστική θεωρία και την παράδοση του διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης στο πολιτικό επίπεδο.

Ένα πείραμα που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, αφού η Ρώσικη Επανάσταση του 1917 αφορούσε μία καθυστερημένη αγροτική χώρα, η οποία έπρεπε να καλύψει με αιματηρό τρόπο το στάδιο της εκβιομηχάνισης, που, ήδη, υπήρχε στη Γερμανία και κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου υπήρξαν οι στρεβλώσεις του σταλινικού κρατισμού και κατέληξε ως «σοσιαλιστική καρικατούρα».

Έτσι, αντί να υπάρξει το άλμα προς τον σοσιαλισμό και την υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου και του καπιταλισμού ως μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης, μέσα από την σύζευξη της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και της ελευθερίας στο πολιτικό εποικοδόμημα, πείραμα που θα μπορούσε να έχει ευτυχή κατάληξη σε μια ισχυρή βιομηχανική χώρα, όπως η Γερμανία και η διάχυση αυτού και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αυτό είχε ως αποτέλεσμα την νεκρανάσταση του καπιταλισμού, μετά το ισχυρό σοκ που υπέστη αυτός με το Κραχ του 1929, μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε κρατικό επίπεδο, που συντελέστηκε από τον ναζισμό, σε συνεργασία με το Γερμανικό κεφάλαιο και, εν συνεχεία, με την γενική καταστροφή των παραγωγικών μέσων, που επέφερε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, κάτι, που αποτέλεσε «αναζωογονητικό στοιχείο» για τον παγκόσμιο καπιταλισμό.