ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΙΤΙΣΜΟΣ

Η πρόσφατη ανάδειξη της έρευνας του ΣΔΟΕ για πλήθος πολιτικών προσώπων, για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής και ξεπλύματος μαύρου χρήματος, δίνει την αφορμή για την καταγραφή πικρών και οδυνηρών διαπιστώσεων για τον ρόλο των κομμάτων και του πολιτικού προσωπικού, ειδικότερα κατά την τελευταία ιστορική περίοδο της Μεταπολίτευσης.

Η «εργαλειακή» εισαγωγή των Δυτικών αστικών θεσμών στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, μετά το 1830, σε έναν σχηματισμό με προκαπιταλιστικές δομές και πατριαρχικές σχέσεις σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα και με αυτοτελή εξουσία διαφόρων τοπικών ομάδων και παραγόντων, αντιμετωπίσθηκε απ’ αυτούς με την πλήρη μετάλλαξή τους, με βάση τα συμφέροντά τους απέναντι στο Κράτος, με το εκτεταμένο δίκτυο των πελατειακών σχέσεων και την έλλειψη νομιμότητας και κανόνων έναντι όλων. Τα κόμματα, που σχηματίσθηκαν στην ιστορική διαδρομή και υποκατέστησαν τις τοπικές εξουσίες και τους τοπικούς παράγοντες (κοτζαμπάσηδες, νεοτσιφλικάδες, κομματάρχες κ.λπ.), «διαποτίστηκαν» από την ίδια αντίληψη απέναντι στο Κράτος ως μέσο, δηλαδή, εξυπηρέτησης προεχόντως των συμφερόντων των ανώτερων οικονομικών στρωμάτων, που συναποτελούνται από λίγες οικογένειες. Οικονομική ολιγαρχία, η οποία, λόγω του νόθου καπιταλιστικού χαρακτήρα της Ελλάδος, ως περιφερειακής Χώρας, ουδέποτε απέκτησε χαρακτηριστικά συνεκτικής αστικής τάξης και, διαχρονικά, διέπεται από τον παρασιτισμό και την πρακτική της «αρπαχτής» και του «μαυραγοριτισμού».

Η πτώση της Χούντας το 1974 και η έναρξη της Μεταπολίτευσης, η ριζοσπαστικοποίηση της Ελληνικής κοινωνίας και η δημιουργία νέων κομμάτων, με ριζοσπαστικά πολιτικά προτάγματα (π.χ. η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη), έδωσαν την εντύπωση ότι η Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα ελπιδοφόρα περίοδο, για την υπέρβαση των στρεβλώσεων του περιφερειακού Ελληνικού καπιταλισμού και των ιδεολογικών, πολιτικών και άλλων στρεβλών «δανείων». Πλην όμως, οι ελπίδες αυτές διαψεύσθηκαν οικτρά.

Βασική ευθύνη γι’ αυτή την διάψευση των ελπίδων, κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, την σημερινή δραματική οικονομική κρίση και την ένταξη της Χώρας υπό διεθνή κηδεμονία, μέσω των σαρωτικών, αντιδραστικών και αντιαναπτυξιακών μνημονίων, φέρει το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματα, που κυβέρνησαν κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Αντί να εξαλείψουν τις διαχρονικές «πληγές» του Ελληνικού Κράτους, από την συγκρότησή του ως ανεξάρτητου Κράτους, που ήταν ο έντονος παρασιτισμός της οικονομικής ολιγαρχίας και η εξάρτησή της από ξένα κέντρα, καθώς και ο έντονος «πελατειασμός» του Κράτους και της κοινωνίας, γιγάντωσαν αυτές τις στρεβλώσεις, εξαιτίας του «θανάσιμου εναγκαλισμού» τους με την παρασιτική εξαρτημένη ντόπια οικονομική ολιγαρχία, υπονομεύοντας, έτσι, το δημόσιο συμφέρον και τα λαϊκά συμφέροντα, αλλά και το δημοκρατικό πολίτευμα, αφού, σήμερα, υφίστανται οι προϋποθέσεις για τον εκφασισμό και οπισθοδρόμηση της Ελληνικής κοινωνίας.

Αντί το πολιτικό προσωπικό, που άσκησε εξουσία, να αποτελέσει τον φραγμό και την επιβολή ενός ισχυρού εθνικού πλαισίου ανάπτυξης, με βάση τα ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδος, μετατράπηκε σε τμήμα αυτής της παρασιτικής οικονομικής ολιγαρχίας, με ιδιαίτερα, μάλιστα, συμφέροντα, ως επιμέρους ειδικού στρώματος στο Κράτος, μέσω των προνομίων και της ατιμωρησίας, τα οποία ενσωματώνουν σχεδόν τους πάντες, που συμμετέχουν στο πολιτικό εποικοδόμημα, με αποτέλεσμα την δόμηση του σημερινού κλεπτοκρατικού συστήματος, τους «βίαιους σπασμούς» του οποίου βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, που οδηγείται στην φτώχεια και στο περιθώριο.

Πρόκειται για τον απόλυτο αμοραλισμό, δηλαδή της πλήρους διάστασης της πολιτικής από την ηθική, από την «κομματοκρατία» της Μεταπολίτευσης. Η τραγωδία για την Ελλάδα είναι ότι, το ίδιο πολιτικό προσωπικό, που είναι υπεύθυνο για την «κατρακύλα» της Χώρας, έχει και σήμερα την διεύθυνσή της, ενώ η λύση είναι έξω απ’ αυτό το ανεπαρκές και «φθαρμένο» πολιτικό προσωπικό.

Advertisements

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ

Η σύλληψη του 27χρονου από τα Ψαχνά Ευβοίας, που διαχειρίζονταν σατιρική σελίδα στο Facebook με τίτλο «Γέροντας Παστίτσιος» και η παραπομπή του για τις κατηγορίες της κακόβουλης βλασφημίας και καθύβρισης θρησκευμάτων, αποτελεί, αναμφισβήτητα, πράξη προσβολής της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του λόγου, που δεν προσιδιάζει σε Ευρωπαϊκό δημοκρατικό Κράτος, αλλά παραπέμπει σε ιδιότυπα θεοκρατικά καθεστώτα.
Οι ευθύνες της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία πραγματοποίησε τεράστια κινητοποίηση, σαν να επρόκειτο για κάποιον σκληρό εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου, είναι τεράστιες και αποτελούν πρόκληση στην δημοκρατική λειτουργία της Χώρας, την στιγμή, μάλιστα, που ο νεαρός συνελήφθη μετά από σχετική επερώτηση βουλευτή της «Χρυσής Αυγής», που, υποκριτικά, προέβαλε την αγανάκτησή της για την προβολή της Ορθόδοξης πίστης, όταν είναι γνωστό «στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ», ότι ο χώρος αυτός «ομνύει» στον ναζιστικό νεοπαγανισμό !!! Ακριβώς αντίθετη ήταν η στάση της Ελληνικής Αστυνομίας στην πρόσφατη συγκέντρωση μουσουλμάνων στο κέντρο της Αθήνας, που διαμαρτύρονταν για την γνωστή ταινία σε βάρος του Μωάμεθ, όπου, όχι μόνο επετράπη η συγκέντρωση, αλλά άφησαν «ανενόχλητα» 200 περίπου άτομα, να προβούν σε λεηλασίες και βιαιοπραγίες κατά καταστημάτων και αυτοκινήτων στην περιοχή, χωρίς καμία αντίδραση ή σύλληψη !!!
Είναι, πλέον, ορατό, ότι κάποιοι «θύλακες», σε συνδυασμό με την πολιτική αβελτηρία των κυβερνώντων, «εργάζονται» συστηματικά, εν μέσω της σφοδρής οικονομικής κρίσης, που πλήττει τα λαϊκά στρώματα, για να αναβιβάσουν την «Χρυσή Αυγή» στο «πρυτανείο».
Πρωτίστως, όμως, οι ευθύνες ανήκουν στην σημερινή τρικομματική κυβέρνηση, που, πέρα από ανούσιες διακηρύξεις, τίποτε ουσιαστικό δεν πράττει, ως προς αυτό το μείζον ζήτημα για την Δημοκρατία.
Τα ερωτήματα και οι προβληματισμοί αυτοί μεγεθύνονται, ιδιαίτερα όσον αφορά την ΔΗΜ.ΑΡ., η οποία, συμμετέχοντας στην κυβέρνηση αυτή, «συνθλίβεται» ιδεολογικά και πολιτικά, αφού, εκτός από την «καταιγίδα» των οικονομικών μέτρων, που αναμένεται να επιπέσει επί των αδυνάτων κοινωνικών στρωμάτων και στα οποία «σύρεται» κάτω από τον διακηρυγμένο στόχο περί «σωτηρίας της Ελλάδος» !!! ως κυβερνητικός εταίρος, έστω και ακούσια, συνεργεί σε πράξεις και ενέργειες διαφόρων κυβερνητικών και κρατικών θυλάκων, που καλλιεργούν τις συνθήκες εκφασισμού και οπισθοδρόμησης της Ελληνικής κοινωνίας.
Απαιτείται άμεση και ριζική αντίδραση, σε κυβερνητικό επίπεδο, και ιδιαίτερα από τον υπουργό Δικαιοσύνης, του οποίου το ήθος και οι δημοκρατικές ευαισθησίες είναι αδιαμφισβήτητες.
Οι καιροί ου μενετοί.

ΤΟ ΥΠΟΥΛΟ ΤΕΡΑΣ

Η είσοδος της «Χρυσής Αυγής» στην Ελληνική Βουλή και η σταθερή διαφαινόμενη επιρροή της σε διάφορα στρώματα της Ελληνικής κοινωνίας, αποτελεί την κορύφωση της δικομματικής «λεηλασίας» κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, σε βάρος της Χώρας, των θεσμών και του Λαού της. Είναι τραγικό το γεγονός, ότι η έναρξη του ελπιδοφόρου, τότε, ξεκινήματος της Ελλάδος, μετά την πτώση της Χούντας των συνταγματαρχών, που διεκρίνετο από το συνεκτικό στοιχείο της αντιφασιστικής αντίληψης της μεγάλης πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού, σε ιδεολογικό και σε πολιτικό επίπεδο, κατέληξε, 38 χρόνια μετά, δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία των κυρίαρχων κομμάτων ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέας Δημοκρατίας, στην σημερινή θλιβερή εικόνα μιας κοινωνίας φοβισμένης μπροστά το φάσμα της φτώχειας και της χρεοκοπίας, με «ανοικτές τις πόρτες και τα παράθυρα» στον διαφαινόμενο εκφασισμό της.

«Φωτογραφία» αυτής της προϊούσας παρακμής αποτελεί η παρουσία και η δράση της «Χρυσής Αυγής», ενός κακέκτυπου νεοναζιστικού κόμματος, που η ύπαρξή του στο Κοινοβούλιο αποτελεί προσβολή και ύβρι έναντι της αντιφασιστικής παράδοσης και των αγώνων του Ελληνικού Λαού απέναντι στο φασιστικό φαινόμενο, όταν αυτό αποτέλεσε την ισχυρή ιδεολογική και πολιτική πρόταση στην Ευρώπη, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου (ναζιστική Γερμανία – φασιστική Ιταλία).

Το υπαρκτό μεταναστευτικό πρόβλημα στην Ελλάδα, που διογκώθηκε και δημιούργησε «χαίνουσες πληγές» στην Ελληνική κοινωνία, από την αδράνεια και την αβελτηρία των κομμάτων εξουσίας, που ουδέποτε διαμόρφωσαν μία σοβαρή μεταναστευτική πολιτική, που έπρεπε να έχει ως πυλώνες τον έλεγχο και την καταγραφή των εισερχομένων στην Ελλάδα μεταναστών και την βαθμιαία ποιοτική και δημοκρατική ενσωμάτωση αυτών στο εσωτερικό της Χώρας, σε συνδυασμό με τις εγκληματικές ευθύνες των Ευρωπαϊκών «ελίτ», που μετέτρεψαν, μέσω της Συνθήκης του Δουβλίνου ΙΙ, την Ελλάδα σε Χώρα «αποθήκης εξαθλιωμένων ψυχών», αποτέλεσε το πλαίσιο της «εκτροφής του αυγού του φιδιού» και το μεγάλο επικοινωνιακό «όπλο», για την γιγάντωση της «Χρυσής Αυγής».

Αλλά, το μείζον ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα που αποτελεί και τον μέγα κίνδυνο για την Ελληνική κοινωνία και το δημοκρατικό πολίτευμα, είναι ότι, το μεταναστευτικό αποτελεί απλά την προμετωπίδα και τον επικοινωνιακό δίαυλο της «Χρυσής Αυγής», για τον προσεταιρισμό διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία, λόγω του υπαρκτού του προβλήματος, είναι ευεπήφορα στην αποδοχή απλοϊκών σχημάτων, του τύπου «η λύση του προβλήματος είναι η επίθεση και η εκδίωξη των μεταναστών».

Η μεγάλη στόχευσή της είναι στα μεγάλα κοινωνικά τμήματα, που, λόγω της ισχυρής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, εξαιτίας των «σπασμών» του κλεπτοκρατικού συστήματος, που δόμησαν, κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, η «μαυραγορίτικη» παρασιτική οικονομική ολιγαρχία και το πελατειακό κομματικό Κράτος, περιθωριοποιούνται βιαίως και βάναυσα, χωρίς να υπάρχουν οι θεσμοί κοινωνικής αλληλεγγύης από το Κράτος Πρόνοιας, το οποίο πλήττεται πρωτίστως από τις μνημονιακές πολιτικές, αποτελώντας, έτσι, ιδανικό ακροατήριο του απλοϊκού, λαϊκιστικού και επιθετικού λόγου της «Χρυσής Αυγής», η οποία εμφανίζεται χρησιμοποιώντας επικοινωνιακά την «δράση» της κατά των ανήμπορων «φτωχοδιαβόλων», λόγω της απουσίας και της «νέκρωσης» του Ελληνικού Κράτους, ως ο εν δυνάμει «προστάτης» αυτών των στρωμάτων. Αυτή, δε, η «φαντασίωση» και η ψευδής συνείδηση, που αναπτύσσεται στρεβλά στα περιθωριοποιημένα από την κρίση κοινωνικά στρώματα, και κυρίως από την έλλειψη ελπίδας για την επιβίωσή τους, σε ένα άνισο, άδικο και κλεπτοκρατικό Ελληνικό σύστημα, αποτελεί το πλαίσιο ανόδου κάθε είδους φασιστικού κινήματος.

Το ότι, «η Ιστορία επαναλαμβάνεται πάντοτε ως κωμωδία», δηλαδή, εν σχέσει με την «Χρυσή Αυγή», ως ναζιστικής «καρικατούρας» αναλογικά, στο πλαίσιο της «δημοκρατίας της Βαϊμάρης» κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, όπως τόνισε ο Κάρολος Μαρξ, δεν σημαίνει ότι δεν αποτελεί κίνδυνο για την δημοκρατία, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα κάθε πολίτη. Απεναντίας, ο κίνδυνος μεγεθύνεται, όταν η «κωμωδία» αυτή είναι «μαύρη», όπως είναι η περίπτωση της Ελλάδος, που εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε «τραγωδία».

3η Σεπτέμβρη: Από τα οράματα και τις ελπίδες στο Δ.Ν.Τ. και την «εθνική κατάθλιψη»

Η διακήρυξη της 3ηςτου Σεπτέμβρη το 1974 από τον Ανδρέα Παπανδρέου αποτέλεσε, αναμφισβήτητα και παρά τις ιδεολογικές διαφορές ή αντιθέσεις, που μπορεί να προβάλει κάποιος, ένα εκ των σημαντικότερων πολιτικών – ριζοσπαστικών ντοκουμέντων της σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας. Παρά τις γενικεύσεις, η διακήρυξη αυτή αποτύπωσε, συμβόλισε, αλλά, κυρίως, συγκρότησε κάτω από την ιδεολογική της «ομπρέλα», τον αριστερόστροφο ριζοσπαστισμό της Ελληνικής κοινωνίας, που διαμορφώθηκε καθ’ όλη την μετεμφυλιακή περίοδο. Το νεοσύστατο, τότε, ΠΑ.ΣΟ.Κ. έγινε ισχυρή πολιτική δύναμη και κυριάρχησε στην πολιτική ζωή κατά την Μεταπολίτευση, επειδή εξέφρασε πολιτικά και ιδεολογικά τα λαϊκά στρώματα (εργάτες, αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, μικρομεσαίοι), που ασφυκτιούσαν από την πολιτική καταπίεση και το παρακράτος της Δεξιάς, καθώς και από την έντονη κοινωνική και οικονομική τους περιθωριοποίηση, κατά την μετεμφυλιακή περίοδο. Έτσι, πέτυχε αυτή την πολιτική «ηγεμονία», γιατί εξέφρασε την μεγάλη συλλογική προσδοκία των στρωμάτων αυτών, η οποία αφορούσε τον εκδημοκρατισμό της χώρας, την οριστική υπέρβαση των διαιρέσεων του Εμφυλίου, την εθνική χειραφέτηση από τις χονδροειδείς εξωτερικές πολιτικές εξαρτήσεις και, τέλος, την δημιουργία μιας σύγχρονης κοινωνίας, με ισχυρά στοιχεία Κράτους Δικαίου και Πρόνοιας, ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Η σταδιακή απομάκρυνση από το γράμμα και το πνεύμα της 3ης του Σεπτέμβρη, που εμφανίσθηκε, από την πρώτη στιγμή, κατά την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., κορυφώθηκε την περίοδο της εκσυγχρονιστικής διακυβέρνησης (1996-2004), κατά την οποία κυριάρχησε ο τεχνοκρατικός και οικονομίστικος διαχειριστικός λόγος, με πλείστα όσα νεοφιλελεύθερα ιδεολογικά «δάνεια» και γιγαντώθηκε κατά την περίοδο της εφιαλτικής διετίας 2009 – 2011, με την εισδοχή του Δ.Ν.Τ. και την αποδοχή των καταστρεπτικών μνημονίων, «κονιορτοποίησε» κάθε στοιχείο του γράμματος και του πνεύματος της διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη.

Έτσι, στο σημερινό κλεπτοκρατικό Ελληνικό σύστημα, που γιγαντώθηκε κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, με σοβαρότατες ευθύνες του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ως πολιτικού υποκειμένου της διακήρυξης αυτής, αποτελεί «ύβρι» η προσπάθεια εμβαλωματικής εμβάπτισης σ’ αυτήν την ρωμαλέα πολιτικά διακήρυξη για την εποχή της, του «γηρασμένου» και «φθαρμένου» ηγετικού στρώματος του σημερινού ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού, μόνο η ανάγνωσή της διαγράφει το σχήμα αυτού, ως θλιβερής «σοσιαλιστικής καρικατούρας».

Αλλά και η προσπάθεια επικοινωνιακής αξιοποίησης του πολιτικού μηνύματος και της απήχησης, που έχει αυτή σε διάφορα κοινωνικά στρώματα, από πολιτικές δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς, όπως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δεν προσφέρουν τίποτε το ουσιαστικό, συνιστώντας, μάλιστα, οπισθοδρόμηση. Και αυτό, όχι για το επιφανειακό ζήτημα, εάν, δηλαδή, έχει τη δυνατότητα αναφοράς σ’ αυτήν, που επικεντρώθηκε, για ακόμα μια φορά, η στρεβλή πολιτική αντιπαράθεση, αφού κάτι τέτοιο είναι πολιτικά δεοντολογικό, αλλά, κυρίως επί της ουσίας. Η συζήτηση και ο επικοινωνιακός εντυπωσιασμός, καθώς και η επιφανειακή και εργαλειακή αντιπαράθεση, για το ποιος εκφράζει σήμερα καλύτερα το πνεύμα και το γράμμα της 3ης Σεπτέμβρη, αποτελεί ιδεολογική και πολιτική ανακύκλωση «κακής κοπής», αφού η διακήρυξη αυτή, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, ότι λειτούργησε και ως ιδεολογικό «χάπι», για την δημιουργία ψευδούς συνειδήσεως σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, καθ’ όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Οι, δε, σημερινές δραματικές συνθήκες και «σπασμοί» του κλεπτοκρατικού συστήματος στην Ελλάδα απαιτούν συνθετότερες, αλλά και ευκρινέστερες συνολικές πολιτικές θεωρήσεις και προτάσεις.

Συνεπώς, αυτό που απαιτείται, πρωτίστως, είναι η υπέρβαση αυτών των συγκεχυμένων ψευδαισθήσεων, που ενέχουν και παρωχημένο συναισθηματισμό, μέσα από την πρόταξη και συγκρότηση ενός ριζοσπαστικού εθνικού πολιτικού σχεδίου εξόδου από την κρίση.

Η θεμελίωση ενός τέτοιου ριζοσπαστικού πολιτικού εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης της Χώρας, που θα υπερβαίνει τα κενά, τις ασάφειες και τις ελλείψεις, τόσο στην θεωρία, όσο και στην πράξη, της διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη 1974, αποτελεί άμεσο και επιτακτικό καθήκον των δυνάμεων της ευρύτερης Αριστεράς στην Ελλάδα και το καλύτερο πολιτικό «μνημόσυνο» αυτής. Ιδιαίτερα από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που, σ’ αυτή την κομβική ιστορική περίοδο της Χώρας, με την ψήφο του Ελληνικού Λαού είναι αξιωματική αντιπολίτευση και εν δυνάμει η επόμενη κυβερνητική δύναμη στην Ελλάδα, αν συνυπολογίσει και την πολιτική φθορά άλλων αριστερών χώρων, όπως η ΔΗΜ.ΑΡ., από την συμμετοχή της στην σημερινή «υψηλού κινδύνου» διαχειριστική τρικομματική κυβέρνηση, αναμένει κανείς την σύνθεση και ανάδειξη ενός τέτοιου συνολικού εναλλακτικού εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης της Ελλάδος, που προϋποθέτει την αναζήτηση των βασικών αιτίων της Ελληνικής «κακοδαιμονίας» και την πρόταξη των στρατηγικών πολιτικών, για την οικονομική ανάταξη, τον παραγωγικό εκσυγχρονισμό, την δημιουργία Κράτους Δικαίου και Πρόνοιας και, τέλος, θεσμών για την αποτελεσματική προστασία των κοινωνικά ασθενέστερων στρωμάτων, που, ήδη, «βυθίζονται» στην φτώχεια, που λαμβάνει, γοργά, στοιχεία ανθρωπιστικής κρίσης.