ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ (ΔΗΜ.ΑΡ.): ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ Η’ «ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ»;

            Η σημερινή κυβέρνηση, που προέκυψε μετά τις επαναληπτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου, αναμφισβήτητα βρίσκεται εν μέσω «ακανθωδών» προβλημάτων και της ανεξέλεγκτα «μαινόμενης θυέλλης», ως αποτέλεσμα της άφρονης πολιτικής εξουσίας και διαχείρισης από τις δυνάμεις του δικομματισμού στην ύστερη περίοδο της λεγόμενης Μεταπολίτευσης (τελευταίες δύο δεκαετίες), και ιδιαίτερα της καταστρεπτικής τελευταίας διετίας, όπου η Χώρα και ο Ελληνικός Λαός «δέθηκε χειροπόδαρα» στο διεθνές κερδοσκοπικό κεφάλαιο.

            Η επιτυχία ή αποτυχία αυτής της κυβέρνησης θα κριθεί καθαρά από το αποτέλεσμα, που θα φέρει, και όχι από τις ιδεολογικές «σημαίες» των τριών κομμάτων, που την στηρίζουν και, κυρίως, κατά πόσο θα μπορέσει να ανατάξει την ευρισκόμενη σε κατάσταση «πτώματος» Ελληνική οικονομία και θα δημιουργήσει στοιχειωδώς συνθήκες αποτροπής μιας «ανθρωπιστικής τραγωδίας» στην Ελλάδα, η οποία βρίσκεται σε στάδιο ωρίμανσης.

            Η συμμετοχή και η στήριξη αυτής της κυβέρνησης από την Δημοκρατική Αριστερά (ΔΗΜ.ΑΡ.), αναμφισβήτητα προσδίδει το απαιτούμενο ηθικό «αντίβαρο» και το πολιτικό βάρος, προκειμένου να υπάρξει σ’ αυτήν ένα μίνιμουμ επίπεδο αποδοχής από την Ελληνική κοινωνία και υποδόριας ελπίδας, ότι κάτι θετικό για το τόπο μπορεί να προκύψει.

            Το «πείραμα» της συμμετοχής της Δημοκρατικής Αριστεράς στην κυβέρνηση αυτή, με στόχο την διάσωση της Χώρας, είναι, κατ’ αρχάς, ηθικά και πολιτικά θεμιτό, αφού ο μοναδικός διακηρυγμένος, αλλά και αποδεδειγμένος στόχος της, είναι η βοήθεια της Χώρας και του δοκιμαζόμενου Λαού.

            Όμως, επειδή ακόμα και οι καλύτερες και «αγιότερες» προθέσεις, μπορεί να συντριβούν από την σκληρή πραγματικότητα, η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς στην σημερινή κυβέρνηση εμπεριέχει γι’ αυτήν μεγάλο πολιτικό ρίσκο, με έντονα, μάλιστα, διλημματικό χαρακτήρα. Ή θα αποτελέσει τον «καταλύτη» για να «γυρίσει η ρόδα του κάρου» του πολιτικού συστήματος, που «βρίσκεται βαθειά σφηνωμένη στη λάσπη» και θα μπορέσει, έτσι, να εξασφαλίσει κάποια θετικά πολιτικά αποτελέσματα για την ίδια ή θα μετατραπεί σε «Ιφιγένεια» ενός αδηφάγου κλεπτοκρατικού πολιτικοοικονομικού συστήματος, που δομήθηκε κατά την Μεταπολίτευση, από τα κόμματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Νέας Δημοκρατίας και την παρασιτική οικονομική ολιγαρχία.

            Η επιτυχία του στοιχήματος αυτού είναι αβέβαιη, αφού, εκτός της «δαμόκλειας σπάθης» των δανειστών, μέσω των καταστρεπτικών μνημονίων, της διάλυση της όποιας οικονομικής βάσης, της προϊούσας κοινωνικής διάλυσης με την δραματική αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας η κρατική μηχανή, από τα πάνω έως τα κάτω, παρουσιάζει φαινόμενα εκφυλισμού και «σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας». Η κατάρρευση ενός παράλογου εμβαλωματικού μεταπολιτευτικού συστήματος δεν καταλείπει, καν, τις «πρώτες ύλες» με τις οποίες κάποιος να μπορεί να κάνει μια καινούργια σύνθεση. Χρειάζεται ένα νέο αξιακό σύστημα, και κάτι τέτοιο, σήμερα, είναι «είδος εν ανεπαρκεία», στην συλλογική δράση της κρατικής μηχανής.

            Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονται, πέρα από τα αντικειμενικά μεγάλα προβλήματα, και στα πρόσωπα της σημερινής κυβέρνησης, πολλά εκ των οποίων είχαν άμεση ή έμμεση συμμετοχή στην δημιουργία του προηγούμενου φαύλου κλεπτοκρατικού συστήματος στην Ελλάδα, με συνέπεια να δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα, αλλά και την πραγματική διάθεση για το «χτύπημα» της παρασιτικής οικονομικής ολιγαρχίας και των πάσης φύσεως εθνικών «λαμογίων», που είναι μονόδρομος, για την ανάταξη των πραγμάτων στην Ελλάδα. Και οι επιφυλάξεις αυτές διογκώνονται και από το γεγονός, ότι η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς σε πρόσωπα είναι άκρως συμβολική, ενώ η παρουσία της, αφού πήρε το πολιτικό ρίσκο της συμμετοχής, θα έπρεπε να είναι δυναμική σε παραγωγικούς τομείς, όπου θα κριθεί στο τέλος ο «αγώνας».

            Αναμφισβήτητα, η συνθετότητα των προβλημάτων και το συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου καθορίζουν ανεξίτηλα το πλαίσιο της πολιτικής διακυβέρνησης. Ως εκ τούτου, οι πάντες, ακόμα και οι πιο επιφυλακτικοί και επικριτικοί, οφείλουν να δώσουν εκείνο το περιθώριο χρόνου, για την αντικειμενική και ορθολογική πολιτική κριτική, στο σημερινό «πείραμα» της κυβέρνησης συνεργασίας, ευχόμενοι όλοι να πετύχει, αφού αφορά την επιβίωση της Ελλάδος.

Advertisements

ΚΟΙΝΩΝΙΑ «ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ»

            Τα συνεχή κρούσματα αυτοκτονιών στην Ελλάδα το τελευταίο διάστημα, πιστοποιούν το μέγεθος και το βάθος της κοινωνικής κρίσης, που αγγίζει τα 2/3 του πληθυσμού, και ο οποίος βρίσκεται, λιγότερο ή περισσότερο, στην κυριολεξία, «εν καμίνω».

            Η σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική της βίαιης εσωτερικής υποτίμησης, που επιβλήθηκε από το Ευρωπαϊκό «ιερατείο» και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ακολουθήθηκε από τις υποτακτικές ντόπιες «θεραπαινίδες», ως «πείραμα», σε μία Χώρα – μέλος του Ευρώ, επέφερε «συντριπτικό κάταγμα» στην ζωή και τις ελπίδες της μεγάλης πλειοψηφίας της Ελληνικής κοινωνίας, εξαιρουμένου του «ιδιοτελούς τμήματος» αυτής, με κυρίως «θύματα» τα μεσαία στρώματα. Από τα τελευταία, άλλωστε, προέρχεται και ο μεγαλύτερος αριθμός των αυτόχειρων.

            Βιώνουμε σήμερα τα «επίχειρα» και τα «απόνερα» ενός εθνικού εγκλήματος, που τελέσθηκε σε βάρος της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού, κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, που υπήρξε η πλέον ήρεμη περίοδος κατά την σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδος, από την ίδρυσή της ως Κράτος, το 1830. Είναι η περίοδος εκείνη, που, ενώ η Χώρα είχε τις μεγαλύτερες ευκαιρίες, για να τεθούν στέρεα θεμέλια και βάσεις, για ένα ανταγωνιστικό παραγωγικό οικονομικό μοντέλο και δομές Κράτους Δικαίου και Πρόνοιας, καταλήξαμε, σήμερα, στην οιονεί χρεοκοπία και στο κοινωνικό «έρεβος». Βασική αιτία γι’ αυτό, η «βαθειά πληγή» αυτής της Χώρας, που ακούει στο όνομα «παρασιτική οικονομική ολιγαρχία», η οποία, ενσωματώνοντας και το πολιτικό προσωπικό της Μεταπολίτευσης, όχι μόνο διέλυσε την οικονομία και το πολιτικό εποικοδόμημα, αλλά «μόλυνε» όλη την κοινωνία και τους ενδιάμεσους θεσμούς, με την ιδεολογία της «αρπαχτής», της ήσσονος προσπάθειας και της επικράτησης των «κολλητών».

            Είναι αυτοί, που δημιούργησαν το σημερινό ιδιότυπο κλεπτοκρατικό σύστημα στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην ύστερη διαλυτική φάση της Μεταπολίτευσης, των τελευταίων δύο δεκαετιών. Ιστορικά, η Ελλάδα, από την ίδρυσή της, είχε πάντα τα στοιχεία μιας Χώρας περιφερειακού καπιταλισμού, με έντονα στοιχεία τον παρασιτισμό στην οικονομική ολιγαρχία και την «ιδεολογία» της «αρπαχτής» και του «μαυραγοριτισμού», πλην όμως, αυτά τα στοιχεία, στην δεύτερη φάση της Μεταπολίτευσης, μέσα από την κυριαρχία της διαφθοράς και της απόλυτης πελατειακής αντίληψης, διαχύθηκαν σε ολόκληρη την κοινωνία και την μετέτρεψαν σε «γάγγραινα».

            Έτσι, στην περίοδο αυτή, είχαμε παντελή έλλειψη παραγωγικού προσανατολισμού στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, παρά τα κονδύλια των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων, που θα έπρεπε να αξιοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, τρομακτική σπατάλη, «μίζες», διαφθορά και σήψη, μεταξύ του κρατικοδίαιτου ιδιωτικού τομέα και του πολιτικού προσωπικού εξουσίας, μέσω της απίστευτης διαπλοκής και τον συνειδητό υπερδανεισμό όλων των Ελληνικών νοικοκυριών, για την δημιουργία ψευδοευημερίας, που δημιούργησε συνθήκες πολιτικής «ομηρίας», αλλά και ιδιότυπου «μιθριδατισμού» στην κοινωνία. Η κατάπτωση και η συντριβή αυτής της εικονικής «ευημερίας» και της καταναλωτικής «φούσκας», αποτελεί την «δαμόκλειο σπάθη» για την ζωή χιλιάδων Ελλήνων, που συνωστίζονται στο περιθώριο, την ανέχεια και την φτώχεια.

            Οι συνθήκες αυτές δεν είναι, δυστυχώς, παροδικές. Μετατρέπονται σε μόνιμες, αυξάνοντας το αίσθημα του αδιεξόδου. Η γιγάντωση της ανεργίας, το κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η υπερφορολόγηση των νοικοκυριών, την ώρα που η αγοραστική δύναμη μειώνεται συνεχώς και η ακρίβεια «καλά κρατεί», αναμφισβήτητα, αποτελούν έναν «εκρηκτικό» κοινωνικό συνδυασμό. Αν αυτό δεν ανακοπεί, η κοινωνική «θρυαλλίδα» θα είναι οδυνηρή και καταστρεπτική. Χρειαζόμαστε ριζοσπαστικές πολιτικές, με πρώτη αυτή της εσωτερικής «σεισάχθειας», η οποία μπορεί να δώσει το απαραίτητο «οξυγόνο», τόσο στην κοινωνία, όσο και στην οικονομία μακροπρόθεσμα. «Οι καιροί ου μενετοί».

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ «ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ»

            Μακρύς, τελικά, αποδεικνύεται ο δρόμος της οικονομικής «περιδίνησης», στον οποίο έχει εισέλθει η Ευρώπη. Η έλλειψη πολιτικής ολοκλήρωσης και δημοκρατικής εμβάθυνσης, που χαρακτηρίζει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, καθώς και το ανορθόδοξο εγχείρημα του κοινού νομίσματος, κατά το οποίο, «το κάρο τέθηκε πριν από το άλογο», αποτελούν «ακανθώδη» προβλήματα, που αποτρέπουν την επίλυση της διπλής κρίσης, του χρέους και της στασιμότητας και ύφεσης.

            Οι συνθήκες αυτές, σε συνδυασμό με την άκαμπτη, δογματική, μονεταριστική οικονομική πολιτική, που ασκείται μόνο εδώ, εν σχέσει με τους άλλους γεωγραφικούς ή οικονομικούς καπιταλιστικούς παγκόσμιους πόλους (στους οποίους ασκείται, λιγότερο ή περισσότερο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και χαλαρότητα, όσον αφορά την έκδοση νέου χρήματος) και η οποία κυρίως επεξεργάζεται και επιβάλλεται από το Βερολίνο, συντελούν στην επέκταση και εμβάθυνση της κρίσης. Η είσοδος της Ισπανίας και Κύπρου στον μηχανισμό στήριξης, πιστοποιεί την οικονομική και κοινωνική «γάγγραινα» του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

            Η πολιτική αυτή της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας, παρά το γεγονός ότι κατακρίνεται από την πλειοψηφία των ειδικών και παρά το γεγονός ότι, το μόνο εμφανές αποτέλεσμα, που επέφερε, είναι η κοινωνική διάλυση και η διάρρηξη των κοινωνικών ισορροπιών στις Χώρες, όπου έχουν και τα μεγαλύτερα προβλήματα, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την Ελλάδα, αποτελεί για το Ευρωπαϊκό «ιερατείο» και την Ευρωπαϊκή οικονομική «ελίτ», το «ιερό δισκοπότηρο». Αποκορύφωμα ήταν οι πρόσφατες δηλώσεις Μέρκελ, που δήλωσε ότι, «όσο ζει, δεν πρόκειται να υπάρξει έκδοση Ευρωομολόγου» !!!

            Παρά το γεγονός, ότι πολλοί αναλυτές ισχυρίζονται ότι, η αρνητική αυτή στάση της Γερμανίας έχει ως βάση τον φόβο για τον πληθωρισμό, που έχει τις ρίζες του στις τραγικές συνθήκες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (κάτι, που έχει, αναμφισβήτητα, ιστορική και ψυχολογική βάση), η πραγματική αιτία αυτής της αδιάλλακτης Γερμανικής στάσης, που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στην διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλεται, κυρίως, στα ισχυρά συμφέροντα της Γερμανικής οικονομικής «ελίτ», αφού, μέσω αυτών των πολιτικών, από την δημιουργία του Ευρώ, ουσιαστικά πέτυχε να μετατραπεί σε έντονα πλεονασματική Χώρα και να καλύψει τις τεράστιες οικονομικές ανάγκες της, όπως, για παράδειγμα, αυτές που αφορούσαν την μεγάλη οικονομική «τρύπα», από την ενοποίηση των δύο Γερμανιών μετά την πτώση του Τείχους.

            Αυτό αποτελεί τον πυρήνα αυτής της άκαμπτης στάσης της Γερμανικής «ελίτ», σε συνδυασμό με τους ανομολόγητους στόχους, να επεκτείνει την οικονομική και, εν συνεχεία, την πολιτική της κυριαρχία σε όλη την Ευρώπη, μετατρέποντας την Ευρωπαϊκή Ένωση, από χώρο λειτουργίας ισότιμων Κρατών, σε ιδιότυπα «προτεκτοράτα» του Γερμανικού οικονομικού εθνικισμού.

            Η συνέχιση αυτής της πολιτικής στην Ευρώπη, αποτελεί, αντικειμενικά, «ωρολογιακή βόμβα» στα θεμέλιά της.

            Απαιτείται, συνεπώς, υπέρβαση αυτών, με άμεση δημιουργία ισχυρού μετώπου, κατ’ αρχήν των Χωρών του Νότου, που πλήττονται ευθέως σήμερα, αλλά και Χωρών του Βορρά, που είναι βέβαιο, ότι «θα εισπράξουν και αυτές τα επίχειρα» της αδιέξοδης αυτής «μυωπικής» πολιτικής. Το μέτωπο αυτό οφείλει να «θέσει επί τάπητος» το θέμα της κεντρικής ανάληψης των Ευρωπαϊκών χρεών και της δημιουργίας συνθηκών επιθετικής υγιούς ανάπτυξης, που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μέσω έκδοσης αντίστοιχων Ευρωομολόγων ή έκδοσης χρήματος και, παράλληλα, να υπάρξει επίσπευση των διαδικασιών για την Ευρωπαϊκή δημοκρατική ολοκλήρωση και εμβάθυνση, με σημείο αναφοράς τις αρχές της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και υπεράσπισης των Ευρωπαϊκών κεκτημένων της μεταπολεμικής Ευρώπης.

            Σε διαφορετική περίπτωση, η «περιδίνηση», στην οποία έχει εισέλθει η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα, θα μετατραπεί σε Ευρωπαϊκό «ναυάγιο», που θα αναιρέσει όλες τις πτυχές και κατακτήσεις του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ήπειρο και τους Λαούς της.

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

            Η ιταμή και άνανδρη επίθεση του εκπροσώπου Τύπου της «Χρυσής Αυγής», σε δημόσια θέα, σε μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, και μάλιστα σε γυναίκες, μπορεί να σοκάρισε την κοινή γνώμη, πλην όμως, αυτό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί απλά ως ένα «τυχαίο» περιστατικό. Αντίθετα, αποτελεί δείγμα του πυρήνα της «ιδεολογίας» και αντίληψης του συγκεκριμένου κόμματος, που επιμελέστατα απεκρύβη, όλο το προηγούμενο διάστημα, από το εκλογικό σώμα.

            Το τέλος της Μεταπολίτευσης, το οποίο επήλθε με την κατάρρευση των κομμάτων του δικομματικού κλεπτοκρατισμού, λόγω των οξύτατων οικονομικών και κοινωνικών αρνητικών συνεπειών για την πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού, φέρνει στην επιφάνεια όλες τις αρνητικές και «μαύρες» πτυχές ενός «σπαράσσοντος» πολιτικού εποικοδομήματος. Η είσοδος της «Χρυσής Αυγής» στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, με ένα σημαντικό εκλογικό ποσοστό, στηρίχθηκε σ’ αυτές, ακριβώς, τις τραυματικές κοινωνικές διαλυτικές συνθήκες, που σωρεύονται με ραγδαίο τρόπο στην Ελληνική κοινωνία, τόσο λόγω της οικονομικές «σύνθλιψης» της μεσαίας τάξης και των ασθενέστερων οικονομικών στρωμάτων, όσο και στην αξιοποίηση του μεταναστευτικού προβλήματος, που στην Ελλάδα έχει πάρει εκρηκτικά χαρακτηριστικά.

Οι ευθύνες των κομμάτων του δικομματισμού, που κυβέρνησαν την Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια, στα οποία επήλθε η «γάγγραινα» στο πολιτικό και κοινωνικό «σώμα» της Χώρας, είναι τρομακτικές. Η Ελλάδα, αντί να αξιοποιήσει την πιο ήρεμη και μακρά περίοδο στην σύγχρονη Ιστορία της, έχοντας και τα ισχυρότερα πλεονεκτήματα, έφθασε σήμερα, να αποτελεί μια Χώρα – «παρία» στην διεθνή Κοινότητα, με έντονα αναλογικές τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της λεγόμενης «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» στην Γερμανία του 1930. Δηλαδή, ισχυρή οικονομική και κοινωνική κρίση, πολιτικές σκληρής λιτότητας, «έκρηξη» μαζικής ανεργίας, είσοδο, για πρώτη φορά, στην Βουλή, ενός ανοιχτά νεοναζιστικού κόμματος, διάχυτα αισθήματα οργής και φόβου, που εξαπλώνεται στο κοινωνικό σώμα, αλλεπάλληλες εκλογές κ.λπ.

Η βασική αιτία της επώασης του νεοφασισμού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, είναι η σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας και η δραματική επίθεση και κατεδάφιση των θεσμών του Κράτους Πρόνοιας. Μια πολιτική, που έχει ως σημείο αναφοράς την εξυπηρέτηση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και η οποία δημιουργεί κοινωνικά ερείπια. Δίπλα στα αποτελέσματα αυτής της μονεταριστικής πολιτικής, που είναι η αύξηση της ανεργίας, η μεγέθυνση των αποκλεισμένων κοινωνικών στρωμάτων, η φτώχεια και η απόγνωση των ανθρώπων, παραμονεύει ο νεοφασισμός.

Βρισκόμαστε μπροστά σε επικίνδυνη περίοδο και βιώνουμε, με τον πιο έντονο τρόπο, την κρίση της λεγόμενης «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας», που αποτέλεσε μεταπολεμικά το πρότυπο πολιτικού συστήματος και εξουσίας στην Ευρώπη. Η έρπουσα κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού και στις μητροπολιτικές αναπτυγμένες δυτικές Χώρες, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, την αποδόμηση του Κράτους Πρόνοιας σ’ αυτές, την αύξηση της βίας, της ανισότητας, του αποκλεισμού, της πείνας και της οικονομικής καταπίεσης, που πλήττουν μαζικά μεγάλα κοινωνικά στρώματα.

Στην Ελλάδα, ειδικότερα, όπου είχαμε την ραγδαία «φτωχοποίηση» και περιθωριοποίηση της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού, από την μαυραγορίτικη παρασιτική οικονομική ολιγαρχία και τις πολιτικές, που εφάρμοσαν τα κόμματα του δικομματισμού, η «επώαση του αυγού του φιδιού» πραγματοποιήθηκε πάρα πολύ γρήγορα. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στην «επίθεση του φιδιού». Η απάντηση σ’ αυτήν πρέπει να είναι, αποκλειστικά και μόνο, πολιτική και μπορεί να δοθεί μόνο από τον Λαό και μέσω της συγκρότησης ισχυρού προοδευτικού κινήματος στην Χώρα μας, αλλά και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Διαφορετικά, το «δηλητήριο του φιδιού» μπορεί να επεκταθεί και να «νεκρώσει» όλο το κοινωνικό σώμα, με οδυνηρές και τραγικές συνέπειες.