ΔΙΠΟΛΙΚΗ «ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΗ»

Εν μέσω θυέλλης, η Χώρα μας οδηγείται στις εκλογές της 17ης Ιουνίου, μετά την αδυναμία συγκρότησης κυβέρνησης από τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου και την εκλογική δύναμη, που έλαβαν από την κάλπη της 6ης Μαΐου. Αν και το αποτέλεσμα των εκλογών αυτών ήταν απολύτως σαφές, ως προς το σκέλος της πολιτικής «τιμωρίας» της δικομματικής εξουσίας (ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ.), που, επί 38 χρόνια, κυβέρνησαν την Χώρα με απόλυτες πλειοψηφίες και ανεξέλεγκτα, όπως αποδείχθηκε, αφού κατάφεραν (γιατί, περί «επιτεύγματος» πρόκειται) να δημιουργήσουν ένα κλεπτοκρατικό σύστημα, σε βάρος των συμφερόντων του Έθνους και του Λαού, επιχειρείται, σ’ αυτό το ιδιότυπο μεσοδιάστημα της νέας προεκλογικής περιόδου, να στηθεί ένα ιδιότυπο «νόθο» πολιτικό δίπολο, με προφανή στόχο την πρώτη θέση και τον μπόνους των 50 εδρών.

Από την μια πλευρά του διπόλου αυτού εμφανίζεται η Ν.Δ. και οι «φίλιες», προσχωρούσες, ήδη, δυνάμεις της ευρύτερης Κεντροδεξιάς, που «αυτοβαφτίζονται», ως οι «προστάτες» και οι «εγγυητές» της Ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας, με παραλλαγή του πλαστού διλήμματος, ότι το Μνημόνιο αντιστοιχεί στο Ευρώ και την Ευρωπαϊκή πορεία. Από την άλλη πλευρά του διπόλου αυτού εμφανίζεται ο νικητής των εκλογών της 6ης Μαΐου, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που, παρά τις διακηρύξεις του για κατοχύρωση της Ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδος, εξαιτίας των αντιφατικών δηλώσεων και των λαθών του, δίνει την δυνατότητα στον άλλο πόλο και στο κατεστημένο, να «θολώνουν τα νερά», εμφανίζοντάς τον, ως την εν δυνάμει πολιτική δύναμη, που θα βγάλει την Χώρα από το Ευρώ, λόγω της μονομερούς καταγγελίας του Μνημονίου.

Και, για την, μεν, Ν.Δ., αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό, αφού, τίποτα άλλο δεν μπορεί να καλύψει το άδειο πολιτικά «κουφάρι», που κουβαλά αυτός ο χώρος, όντας ο ένας εκ των δύο πυλώνων του δικομματισμού και μέλος της συγκυβέρνησης υπό τον κ. Παπαδήμο, όπου οι δραματικές αρνητικές συνέπειες της διάλυσης των εργασιακών εγγυήσεων και των υπολειμμάτων του κοινωνικού Κράτους, βιώνονται κάθε μέρα, με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο, από χιλιάδες συμπολίτες μας.

Αυτό, όμως, που δεν μπορεί να γίνει πολιτικά κατανοητό, είναι η «αποδοχή» αυτού του ρόλου, ως το άλλο άκρο αυτής της διπολικής «τερατογένεσης» ή του διπολικού «Φρανκενστάιν», από την πλευρά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που, μέσα από ένα «κρεσέντο» διαφορετικών δηλώσεων σε κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι η καταγγελία ή απαγκίστρωση από το Μνημόνιο και η κατοχύρωση της Ευρωπαϊκής πορείας της Χώρας, μέσα από ισχυρές ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, που λαμβάνουν, μάλιστα, και διεθνείς προεκτάσεις, λόγω της ρευστότητας και των πολιτικών μετατοπίσεων, που συντελούνται, φανερά ή υπόγεια, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συντηρεί αυτή την πολιτική «θολούρα». Αντί, στην κρίσιμη προεκλογική αυτή περίοδο, να υπάρξει πλήρης πολιτική αποσαφήνιση, για το πώς μπορεί να υπάρξει μία ισχυρή αριστερή διακυβέρνηση της Χώρας, καθώς και η «γονιμοποίηση» συνθηκών συνεργασίας των ευρύτερων Αριστερών δυνάμεων (ΔΗΜ.ΑΡ.), ο ιδιότυπος «μεγαλοϊδεατισμός» και οι μαξιμαλιστικές «ψευδαισθήσεις», που έχουν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα στελέχη του, λόγω και του «πολύχρωμου» χαρακτήρα αυτού του πολιτικού χώρου, δημιουργούν συνθήκες πολιτικής ασάφειας, που είναι εκμεταλλεύσιμες από τις δυνάμεις της συντήρησης, στο εσωτερικό και εξωτερικό.

Τελικά, η παρούσα προεκλογική περίοδος, την ώρα, που η Χώρα αντιμετωπίζει ιστορικών διαστάσεων προβλήματα και «φλερτάρει» με το λεγόμενο «Σύνδρομο της Βαϊμάρης» (οικονομική και κοινωνική κρίση, πολιτικές σκληρής λιτότητας, «έκρηξη» μαζικής ανεργίας, είσοδος, για πρώτη φορά, στην Βουλή, ενός ανοιχτά νεοναζιστικού κόμματος, διάχυτα αισθήματα οργής και φόβου, που εξαπλώνεται στο κοινωνικό σώμα, αλλεπάλληλες εκλογές κ.λπ.), ενδυναμώνει την άποψη, που διατυπώθηκε στο προηγούμενο άρθρο μας, με ερωτηματικό, περί «χαμένης ευκαιρίας». Της μη, δηλαδή, συγκρότησης κυβέρνησης με προοδευτικό αριστερό προσανατολισμό από ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ΔΗΜ.ΑΡ., που θα στηρίζονταν από τα πολιτικά «ψαλιδισμένα» και «ζαλισμένα» κόμματα του δικομματισμού (ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ.) και η οποία θα μπορούσε να αλλάξει την αρνητική ρότα της Χώρας, εκμεταλλευόμενη και την συγκυρία, που διαμορφώνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για απαγκίστρωση της Ελλάδος από τις καταστρεπτικές συνέπειες του Μνημονίου, την άμεση ανατροπή των αρνητικών εργασιακών νόμων, την αποκατάσταση ενός ισχυρού κοινωνικού δικτύου για την προστασία των λαϊκών στρωμάτων, την ψήφιση της απλής αναλογικής και την δημιουργία άμεσων αναπτυξιακών επενδύσεων, για την αποφυγή της λεγόμενης «επενδυτικής κολπικής μαρμαρυγής», στην οποία βρίσκεται, ήδη, η Ελλάδα.

Advertisements

ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ;

Οι εκλογές της 6ης Μαΐου πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, που δημιουργήθηκε σταδιακά, από τις πολιτικές της δικομματικής εξουσίας κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης έως το 2009 και, εν συνεχεία, από τις καταστροφικές και αδιέξοδες μνημονιακές πολιτικές της περιόδου 2010 – 2012.

Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτέλεσε, στην κυριολεξία, πολιτικό «σεισμό» κατά του δικομματισμού και του πολιτικού προσωπικού της Χώρας, το οποίο, αφού μετέτρεψε, αρχικά, την Ελλάδα σε «Τιτανικό», συνυπέγραψε τα «θανατηφόρα» οικονομικά μνημόνια ύφεσης, δανεισμού και τοκογλυφίας, μετατρέποντας έτσι, την Χώρα σε οιονεί «αποικία» και «προτεκτοράτο».

Η συρρίκνωση των δύο πάλαι ποτέ μεγάλων παρατάξεων του δικομματισμού, στο ποσοστό του 32%, αποτελεί, αναμφισβήτητα, «μαγική εικόνα», εν σχέσει με τα εκλογικά τους αποτελέσματα κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης (εποχή της απόλυτης αυτοδυναμίας του ενός ή του άλλου). Η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος κινήθηκε προς τα αριστερά, δίνοντας συνολικά στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς ποσοστό 32%, καθώς επίσης και προς τα άκρα του δεξιού «τόξου», σε πολιτικούς σχηματισμούς, που τοποθετήθηκαν αντιμνημονιακά και εκμεταλλεύθηκαν και το υπαρκτό σοβαρό μεταναστευτικό πρόβλημα στην Ελλάδα (Ανεξάρτητοι Πολίτες, Χρυσή Αυγή).

Η εντυπωσιακή αύξηση των ποσοστών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του έδωσε τον πρώτο λόγο στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, εν σχέσει με τα πάγια εκλογικά ποσοστά του Κ.Κ.Ε. και την αξιοπρόσεκτη εκλογική επίδοση της ΔΗΜ.ΑΡ., με ποσοστό 6,1%, για κόμμα μόλις δύο ετών. Με δεδομένη την απόλυτη άρνηση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., για οποιασδήποτε μορφής συνεργασία για αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και η ΔΗΜ.ΑΡ., έχοντας, μάλιστα, κοινή στόχευση, σε διακηρυκτικό επίπεδο, την παραμονή της Χώρας στο Ευρώ και την διασφάλιση της Ευρωπαϊκής πορείας, την τροποποίηση και απαγκίστρωση από το Μνημόνιο και τις αρνητικές πολιτικές απ’ αυτό, θα μπορούσαν να αποτελέσουν την βάση μίας κυβέρνησης αριστερών προδιαγραφών, με ευρύτερη κοινοβουλευτική στήριξη, η οποία θα μπορούσε να προχωρήσει σε τροποποίηση των μνημονιακών δεσμεύσεων και ριζική επανατοποθέτηση του «Ελληνικού προβλήματος», μέσα στο πλαίσιο των νέων συσχετισμών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και την Ευρώπη.

Γιατί, δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι, στον παρόντα ιστορικό χρόνο, το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ελλάδα, που αποτέλεσε «τσουνάμι» για τις δυνάμεις του δικομματισμού και της μνημονιακής «προσήλωσης», καθώς και οι πολιτικές ανακατατάξεις και διεργασίες στην Ευρώπη, εν σχέσει με την άκαμπτη σιδηρά πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας, που έχει επιβάλει το Γερμανικό κεφάλαιο και η οποία οδηγεί τις Χώρες του Νότου σε οικονομική ύφεση και δραματική κοινωνική εξαθλίωση, αλλά και τις Χώρες του Βορρά σε μία επικίνδυνη οικονομική στασιμότητα, δημιούργησαν δύο παράλληλες, σημαντικές και ενδιαφέρουσες πολιτικές μετατοπίσεις, που η άμεση αξιοποίησή τους θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελέσει μία ιστορική ευκαιρία για την Χώρα, αλλά και τις δυνάμεις της κυβερνώσας Αριστεράς.

Από την μια πλευρά, στο εσωτερικό της Χώρας, οι πανικόβλητες μνημονιακές δυνάμεις δήλωναν, ότι είναι πρόθυμες να στηρίξουν πολιτικές πλήρους τροποποίησης και αναθεώρησης του Μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, που αποτελεί «δαμόκλειο σπάθη» για την πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού και, από την άλλη πλευρά, στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξαν έντονες ανακατατάξεις και διεργασίες και «δειλές» διακηρύξεις, ότι είναι διαθέσιμες να συζητήσουν τον επανακαθορισμό του πλαισίου, με σκοπό να βγει η Ελλάδα από το «θανατηφόρο» οικονομικό «σπιράλ» της ύφεσης και της κοινωνικής εξαθλίωσης, που θυμίζει την εποχή της Βαϊμάρης.

Μία κυβέρνηση, συνεπώς, που θα σχηματίζονταν με βάση αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε, αξιοποιώντας αυτή την συγκυρία, να πετύχει την επίτευξη αυτού του κεντρικού στόχου, που αποτελεί και διακηρυκτικό στόχο των φιλοευρωπαϊκών αριστερών δυνάμεων (ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ΔΗΜ.ΑΡ.). Η άρνηση της ηγεσίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., να αδράξει αυτή την ευκαιρία, όπως προτάθηκε και με κάθε τρόπο επιχειρήθηκε από τον Πρόεδρο της ΔΗΜ.ΑΡ. Φώτη Κουβέλη, λόγω της έντονης ρευστότητας, αλλά και των δυσμενών για την Χώρα διεθνών εξελίξεων, μπορεί ιστορικά να θεωρηθεί ως μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία της Αριστεράς, αλλά και της Χώρας, που μπαίνει σε μια προεκλογική περίοδο, με πολλά ανοιχτά και επείγοντα ζητήματα στην οικονομία και την κοινωνία.

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ, ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΩΣΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Ο πολιτικός «σεισμός» της κάλπης την προηγούμενη Κυριακή, διέλυσε, στην κυριολεξία, το σαθρό μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα, που είχε ως πυλώνες την δικομματική εξουσία από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και την Ν.Δ. Η τεράστια διαρροή ψηφοφόρων από τα κόμματα, που στήριξαν τα Μνημόνια στην προηγούμενη διετία (ΠΑ.ΣΟ.Κ., Ν.Δ. και ΛΑ.Ο.Σ.), ξεπέρασαν τα 3.000.000, ανατρέποντας το πολιτικό εποικοδόμημα της Μεταπολίτευσης εκ των θεμελίων. Είναι, πραγματικά, συγκλονιστικό ότι, από τις τελευταίες Βουλευτικές Εκλογές του Οκτωβρίου του 2009, οι πυλώνες του δικομματισμού ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ., μέσα σε δυόμισι περίπου χρόνια, έχασαν περίπου 3.300.000 ψηφοφόρους. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., από 3.000.000, που πήρε τον Οκτώβριο του 2009, έπεσε στις 830.000 ψήφους, ενώ η Ν.Δ., από 2.300.000 ψήφους το 2009, την Κυριακή έλαβε μόλις 1.200.000 ψήφους.

Πρόκειται για «τεκτονική» μετακίνηση της πλειοψηφίας των πολιτών, από τα κόμματα του δικομματικού κλεπτοκρατισμού, που το 2009 έλαβαν αθροιστικά 77,5% περίπου, με ισχυρή αυτοδυναμία του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά και έναν παντοδύναμο συνασπισμό εξουσίας, που κατέληξε σε μία μικρή μειοψηφία του 32% και για τα δύο κόμματα, τα οποία, ακόμα και με αυτόν τον καλπονοθευτικό νόμο Παυλόπουλου, που δίνει στο πρώτο κόμμα του 18,5% (!!!) μπόνους 50 έδρες, δεν μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας.

Είναι το τέλος της Μεταπολίτευσης. Τέλος, που είχε, μεν, προαναγγελθεί από πολλούς, από την δεκαετία του ’90, με την έννοια της ανάγκης μιας πιο αντιπροσωπευτικής και ουσιαστικής εκπροσώπησης του Λαού στο πολιτικό σύστημα, πλην όμως, η ιθύνουσα παρασιτική οικονομική ολιγαρχία και η πλειοψηφία του δικομματικού πολιτικού προσωπικού εξουσίας, που, από απλή «θεραπαινίδα» αυτής, μετατράπηκε σε οργανικό τμήμα της, απέτρεψε αυτή την ομαλή ποιοτική μετεξέλιξη του πολιτικού εποικοδομήματος στην Ελλάδα, με συνέπεια την ύπαρξη της πολιτικής «γάγγραινας», που διαχύθηκε παντού και διέλυσε, στην κυριολεξία, την Χώρα.

Η «κατακλυσμιαία» μετακίνηση των ψηφοφόρων από τα μνημονιακά κόμματα, κινήθηκε προδήλως προς τα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς, τα οποία, συνολικά, έλαβαν ποσοστό περίπου 32% και πάνω από 2.000.000 ψήφους, ξεπερνώντας, έτσι, κατά πολύ την μεγαλύτερη εκλογική επίδοση της Αριστεράς, που είχε λάβει η Ε.Δ.Α. το 1958 και ανήρχετο σε 24,5% περίπου. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ιστορική ευκαιρία για τα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς (ΣΥ.ΡΙΖ.Α. 16,78%, Κ.Κ.Ε. 8,48% και ΔΗΜ.ΑΡ. 6,11%), να πραγματοποιήσει την μετάβαση του πολιτικού συστήματος, από τον δικομματικό κλεπτοκρατισμό, που κατέρρευσε, σε μία ανώτερη λειτουργική φάση της Δημοκρατίας, να ανασυγκροτήσει το ανύπαρκτο παραγωγικό οικονομικό σύστημα στην Ελλάδα, να δημιουργήσει ισχυρούς κοινωνικούς θεσμούς για την προστασία των ασθενέστερων στρωμάτων, που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας και περιθωριοποιούνται συνεχώς και να βάλει τέλος στην συνεχή πορεία παρακμής της Ελλάδος.

Προϋπόθεση αυτών, είναι η Χώρα να παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η μάχη για μαχητική απαγκίστρωση από τις αδιέξοδες πολιτικές του Μνημονίου και ενίσχυση των αναπτυξιακών δομών της Χώρας, να δοθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας, ως σύμμαχο, την διαφαινόμενη μεταστροφή, σε πολιτικό και κοινωνικό Ευρωπαϊκό επίπεδο, της άτεγκτης, σκληρής και αδιέξοδης νεοφιλελεύθερης αντίληψης του Γερμανικού κεφαλαίου, που σηματοδοτείται εμφατικά από την εκλογή Ολάντ στην Γαλλία.

Η ιστορική αυτή ευκαιρία για την υλοποίηση της κυβερνώσας Αριστεράς στην Ελλάδα δεν πρέπει να χαθεί. Οι ηγεσίες των επιμέρους κομμάτων αυτής, που θα υπονομεύσουν, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (ιδεολογική καθαρότητα, αλαζονικός βολονταρισμός κ.λπ.), αυτή την εξέλιξη, θα γραφούν με ανεξίτηλα αρνητικά γράμματα στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος και θα βιώσουν σημαντικά τις αρνητικές συνέπειες, ακόμα και από τον ίδιο τους τον κομματικό χώρο.